Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013

Αέναη γέννηση


 το έργο είναι της

Φλεβάρης, το τέλος των λευκών καιρών.
Οι κερασιές έλουζαν τις παγωμένες πληγές τους στο φως,
φλερτάροντας με τα αχαμνά των πρώτων ήλιων της άνοιξης.

Εκείνος έβγαλε τα όπλα του, κρέμασε πάνω τους τις σφαίρες,
και πέταξε ένα βλέμμα προς τις κορυφές,
μακρύσυρτο σα μοιρολόι, λυγισμένο από το θάνατο.

Στάθηκε κάτω από μια κερασιά.
Έσκυψε με την προσμονή ενός μεγάλου έρωτα στον ίσκιο της ήβης της.

Γύμνωσε την ψωριασμένη αλήθεια του,
κι έτσι γυμνός, παγωμένος
ανέπνευσε τα ζεστά μακρυά δάκτυλα
του έφηβου Ήλιου.

Τόσα χρόνια στο δρόμο, δεν είχε βρει, δεν ήξερε τίποτα.
Το μόνο που είχε ήταν το βαθύ βλέμμα της μάνας,
που στοιχειώνει το κατώφλι κάθε σπιτιού,
περιμένοντας το τέλος του πολέμου,
σαν δεύτερη γέννα.

Κανένας ανθρώπινος δρόμος δεν άντεχε μόνος.


Κι ολόκληρος, και πολλαπλός,
μοναδικός ανάμεσα στις ανθισμένες κερασιές
χαιδεύοντας τη ζωή μετά το θάνατο
 βούτηξε μέσα στον πρώτο πρωϊνό αέρα της άνοιξης.

Ο πόλεμος είχε τελειώσει, τουλάχιστον μέσα του.
Έστω για αυτόν, σκέφτηκε.

Οι νικητές θα πανηγύριζαν την ήττα του,
κι οι ηττημένοι, ξαναγεννημένοι θα αγκάλιαζαν
με τα ακρωτηριασμένα μάτια τους,
 την πρώτη και μοναδική τους μάνα.

Ξάπλωσε επάνω στην αγαπημένη του,
έπλεξε τα μαλλιά του με τις ρίζες της,
κι αποκοιμήθηκε.



Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Στα όπλα

Κάθε βράδυ, πριν πλαγιάσουμε
κάτω από τους ίσκιους των νεκροταφείων

φροντίζαμε τα όπλα μας,

και ήταν σα να ετοιμάζαμε τα ρούχα κάθε Κυριακής του κόσμου.

Μοσχοβολούσαν τα όπλα μας,
και τα βερνικωμένα μας παπούτσια,
που βιαζόταν
να προλάβουν τη μοναδική μας αγάπη.

Και τα αστέρια, χαμογέλαγαν, και αφηγούνταν ιστορίες
από τα οδοφράγματα μας,
καθώς λέγαν

πως σε κάθε ραντεβού μας με το θάνατο
γιόρταζε ο έρωτας.



Φεγγάρι


 
Σήμερα θα ανοίξω έναν μικρό,
στο ύψος περίπου των ματιών μου τάφο.
Θα χέσω πάνω του, μικρά εορταστικά αξεσουάρ,
που προμηθεύτηκα από το κοντινό 
ψιλικατζίδικο της γειτονιάς μου.

...θα πνίξω τους βιαστές μας
 σε όσο αίμα μου έχει απομείνει,
από την μετάγγιση του Αυτοκράτορα Πατέρα,


κι η αγκαλιά της μάνας θα ουρλιάζει μες τη νύχτα,

το φεγγάρι ρε,
το φεγγάρι ανοίγει τα πόδια του μόνο στο φως.


Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Το μυστικό σου



- Γερνάμε, δεν μπορούμε να το αποφύγουμε,  τι είμαστε;

- Ένα φως μέσα στην άβυσσο του σύμπαντος,

...μικροί, καθημερινοί αναστεναγμοί ανάμεσα σε τσιγάρα,
που τα άστρα πίνουν ανέμελα, στα πάρκα του ουρανού.

Ένα χαμόγελο της Ανδρομέδας που ερωτεύτηκε τον παιχνιδιάρη Κρόνο...

- Τι σκατά είμαστε σε ξαναρώτησα.

- Ένα μεγάλο μυστικό είμαστε, είπες
ενός κόσμου που χάνεται στους πίνακες των χρηματιστηρίων,...

... ένα μυστικό χωρίς πατρίδα, χωρίς δεσμά,
δυο παιδιών
που ερωτεύτηκαν το δρόμο.

Ένα μυστικό δύο σωμάτων, που ιδρωμένα πλέκουν τις ρίζες τους
στα μαλλιά μίας αυγουστιάτικης νύχτας,
στα απέραντα μελαγχολικά μάτια του ουρανού.

Χαμογέλασα, έσκυψα στην αγκαλιά σου, φίλησα τη σκιά,
 που το φεγγάρι έριχνε στο παράθυρο του δωματίου.
Δεν υπάρχεις παρά μόνο στα όνειρα μου...

- Ε και; είπες

Από όνειρα φτιάχνονται παραμύθια, κι από παραμύθια οι Άνθρωποι...

Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

Χρόνια πολλά κερόκουκλα

Παγωμένες εικόνες και ζωές ρημάζουν
ασθμαίνοντας, στις λεωφόρους των τηλεχειριστηριων.

Μοναξιές μοιρασμένες στα κίτρινα φεγγάρια
κάτω στη μητρόπολη.

Φυματικές φιγούρες ανάμεσα στα ράφια της βιβλιοθήκης,
ασυλοποίησαν την ελευθερία.

Αλήτισσες άναρθρες οι κραυγές περιφέρουν τα κουρέλια τους,
περήφανα μες τα σαλόνια της Ουτοπίας σας.

Εσύ η Θάλασσα μες τα βουνά μας, κατάπιες το αλάτι τον πληγών μας.

Λευκή μου κερόκουκλα
χρόνια πολλά στους πόνους μας...

Με ένα ποτήρι κόκκινο κρασί μουλιάζουμε
τα μέλλοντα στις γαίες μας.

Ξεχαρβαλωμένα πιάνα τριγυρίζουν σε πλατείες,

Χρονιά πολλά ρε θάνατε, παρέα σου ο άνθρωπος
μηδένισε το σύμπαν.

Republica Automatons. George Grosz


Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Δρόμος

Ένα σημείο σε ένα όνειρο του σύμπαντος.
Μία βάρκα καλημέρες  πάνω στα χαμόγελα του ήλιου.
Η Ζωή σου,
μικρή μέσα στην απεραντοσύνη 
της φούστας ενός κοριτσιού.
Μαργαρίτες, πεταλούδες
αναδυόμενες από το βαθύ μπλε
των νότιων θαλασσών,
κοσμούν τα κάδρα στα σαλόνια των
δακτύλων της.
Μικρέ της πρίγκηπα απόψε πεθαίνεις
άστεγος δίπλα στον πόνο
των πλαστικών της παιχνιδιών.
Μαύροι μολυβένιοι πειρατές
κουρασμένοι επιστρέφουν από
τις θάλασσες της σοκολάτας

στην αγκαλιά του ονείρου της.

Τα σπαθιά τους ξαπλώνουν στο προσκεφάλι
του παιδικού τους όρκου:
"Για πάντα, πατρίδα μας ο δρόμος"  
  

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Σκλάβοι μην καταριόμαστε τη ζωή

Προχωράμε μέσα στις παγωμένες φωτιές, ενός κόσμου που δειλά δίνει τόπο στα παιδιά, που γεννήθηκαν στους αγωγούς των νεκρών λατομείων, βαθιά στη γη. Οι λύκοι τάισαν με τα στήθη τους τα βραδινά τους όνειρα. Τα δάση αγκάλιασαν τις καρδιές τους πάνω στους ηλιόλουστους βράχους, που χρόνια πάγωνε ο φόβος.

Είναι η λευτεριά το καλύτερο ψωμί. Είναι το όνειρο το καλύτερο γάλα. Είναι το σύμπαν που ζέστανε με τα ηλιόβυζα του τις πολλαπλές άνοιξες των μανάδων τους.

Ήμασταν μόνοι μα βρεθήκαμε κάτω από τα στέγαστρα των γυάλινων ξενοδοχείων, ραγίζοντας με την κραυγή μας τα γκρίζα μέτωπα των πόλεων. Νέος κόσμος τώρα απαγγέλεται στις αυγερινές στροφές των καταραμένων ποιητών μας. Λυώνουμε τις σφαίρες, που με χειρουργική ευλάβεια αφαιρούμε από τα σώματα των συντρόφων μας, για να μελώσουμε τα ποιήματα  των παιδιών σας.

Μικρές στροφές μεγάλα λόγια ντύνονται με ατσάλι, οπλίζοντας τον πλου μας μες τις θάλασσες του χάους.

Οι ναύτες των ψυχών μας γεμίζουν με κρασί τα αμπάρια, και η τρέλα καβαλάει το βλέμα μας. Κανείς ποτέ δεν υπόταξε τον ήλιο. Κανείς ποτέ δεν μακέλεψε το φεγγάρι. Τώρα αυτοί οι δυο μας σύντροφοι γεννοβολάνε τις φωτιές μας, κυρύσσοντας την αδιάκοπη μάχη στους δολοφόνους της τέχνης μας.

Πίνουμε και τραγουδάμε σαν να' ναι η τελευταία μας φορά στον πόλεμο. Πίνουμε και τραγουδάμε σαν να' ναι η πρώτη μας μέρα στη ζωή.

Για την ελευθερία, το όνειρο, την εξέγερση, την ποίηση, τα παιδιά μας.

Μέχρι την τελευταία σταγόνα της ζωής μας πολεμάμε,
για πάντα...