Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

Κύκλοι σε τσιγαρόχαρτα

"χιλιάδες μικρά άνθη σκαρφάλωναν πάνω στα μαλλιά της νύχτας, σκορπίζοντας φως στα κουρασμένα βήματα του Οδοιπόρου. Κάπως έτσι γεννιόταν μικρά καθημερινά ποιήματα, από αυτά που οι γιαγιάδες βύζαιναν τα πρωτοπούλια τους... κάπως έτσι γεννιόταν τα έφηβα όνειρα μας, νυχτολούλουδα βαμμένα στα χρώματα των εξεγέρσεων μας..."

Γράφω κύκλους σε μικρά τσιγαρόχαρτα.
Γεμίζω με λέξεις τους καπνούς των εργοστασίων.
Τι θέλει τόση αγάπη πάνω από τα σύννεφα;
τι ζητάει ο δεσμοφύλακας από τα πληγωμένα μου χέρια;...

δακρύζω... από παιδί τραγουδούσα στη φωνή σου.
Της είχα δώσει μάτια και σκιά
την είχα βαφτίσει στο φως του φεγγαριού
μέσα στο σκοτάδι.
Την είχα λούσει με τα αρώματα των εξοχικών μου περιπάτων.

Ταξίδεψα, πείνασα, πόνεσα, δίψασα, απόρησα,
αναζήτησα και γνώρισα...
πάντα προς εσένα... σ' ανακάλυψα...
πάνω σε ένα φθινοπωρινό ουρανό,
μικρή χρυσαφένια μαργαρίτα.

Έτσι ξαναγεννήθηκα φτωχός
να μετράω τα χιλιόμετρα της αναμονής μέσα στο δρόμο

ποτέ μου δε λύγισα στην απουσία σου.

Τώρα αιώνες μετά τη γέννηση μου

δακρύζω... ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ




Μονόλογος πάνω σε μία βάρκα
χωρίς σημαία
με ένα σακίδιο νεκρούς συντρόφους,
στην αγκαλιά ενός κόκκινου ωκεανού.

Ωσμές τηγανισμένου κρέατος,
σαπούνι κάθαρσης λαιμητόμων
σημείο στίξης στις ζωές μας.

Μια ξεκούρδιστη πιανίστρια ξύνει
τις πληγωμένες της χορδές...

Δαγκώνω τη γλώσσα μου
καταπίνω το μίσος
ανοίγω το παράθυρο
πετάω τον πόνο.

Τρόμε αυτοκράτορα των ανθρώπινων χρόνων

ΕΙΜΑΙ ακόμα ζωντανός
ΡΕ

πάνω σε μία βάρκα
γυμνός μπροστά στην επιστροφή των παιδικών μας χρόνων...

Κάποτε έγραψες
η ευτυχία θα ναι η εκδίκηση μας.

Σ' αγαπώ... άσε με να πάρω το θυμό σου...

Άγγιξε με
θέλω να μυρίσω την άνοιξη...