Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

Δρόμοι


 Jeremy Mann: sutter street rain in blue
Sutter Street And Rain In Blue
Sutter Street And Rain In Blue
Jeremy Mann
Jeremy Mann


Οι δρόμοι δεν ανήκουν στις πλειοψηφίες αλλά στις αιώνιες επιστροφές των τρελών τους κύκλων.

Μόνοι σαν σκύλοι στις αγκαλιές των άστρων, 
στριφογυρνάνε στα μυαλά μικρών εραστών,
γλύφοντας τις πληγές των ναυαγίων τους.

Δεν γράψανε για αυτούς οι επαναστάτες, δεν μίλησαν για αυτούς οι άγιοι και οι πολιτικοί.

Μονάχα οι ποιητές αγκάλιασαν τις στροφές τους.

Ίσως κάποια ποτάμια συντρόφευσαν τα δαντελωτά τους γέλια πάνω στα γιοφύρια.

Κι εγώ άστεγος, κάτω από τη βροχή,
στριμωγμένος στο περιθώριο των τηλεοπτικών παλινδρομήσεων,
άπληστων ανθρώπινων οισοφάγων,

σας ερωτεύτηκα.

Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Αέναη γέννηση


 το έργο είναι της

Φλεβάρης, το τέλος των λευκών καιρών.
Οι κερασιές έλουζαν τις παγωμένες πληγές τους στο φως,
φλερτάροντας με τα αχαμνά των πρώτων ήλιων της άνοιξης.

Εκείνος έβγαλε τα όπλα του, κρέμασε πάνω τους τις σφαίρες,
και πέταξε ένα βλέμμα προς τις κορυφές,
μακρύσυρτο σα μοιρολόι, λυγισμένο από το θάνατο.

Στάθηκε κάτω από μια κερασιά.
Έσκυψε με την προσμονή ενός μεγάλου έρωτα στον ίσκιο της ήβης της.

Γύμνωσε την ψωριασμένη αλήθεια του,
κι έτσι γυμνός, παγωμένος
ανέπνευσε τα ζεστά μακρυά δάκτυλα
του έφηβου Ήλιου.

Τόσα χρόνια στο δρόμο, δεν είχε βρει, δεν ήξερε τίποτα.
Το μόνο που είχε ήταν το βαθύ βλέμμα της μάνας,
που στοιχειώνει το κατώφλι κάθε σπιτιού,
περιμένοντας το τέλος του πολέμου,
σαν δεύτερη γέννα.

Κανένας ανθρώπινος δρόμος δεν άντεχε μόνος.


Κι ολόκληρος, και πολλαπλός,
μοναδικός ανάμεσα στις ανθισμένες κερασιές
χαιδεύοντας τη ζωή μετά το θάνατο
 βούτηξε μέσα στον πρώτο πρωϊνό αέρα της άνοιξης.

Ο πόλεμος είχε τελειώσει, τουλάχιστον μέσα του.
Έστω για αυτόν, σκέφτηκε.

Οι νικητές θα πανηγύριζαν την ήττα του,
κι οι ηττημένοι, ξαναγεννημένοι θα αγκάλιαζαν
με τα ακρωτηριασμένα μάτια τους,
 την πρώτη και μοναδική τους μάνα.

Ξάπλωσε επάνω στην αγαπημένη του,
έπλεξε τα μαλλιά του με τις ρίζες της,
κι αποκοιμήθηκε.



Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

Στα όπλα

Κάθε βράδυ, πριν πλαγιάσουμε
κάτω από τους ίσκιους των νεκροταφείων

φροντίζαμε τα όπλα μας,

και ήταν σα να ετοιμάζαμε τα ρούχα κάθε Κυριακής του κόσμου.

Μοσχοβολούσαν τα όπλα μας,
και τα βερνικωμένα μας παπούτσια,
που βιαζόταν
να προλάβουν τη μοναδική μας αγάπη.

Και τα αστέρια, χαμογέλαγαν, και αφηγούνταν ιστορίες
από τα οδοφράγματα μας,
καθώς λέγαν

πως σε κάθε ραντεβού μας με το θάνατο
γιόρταζε ο έρωτας.



Φεγγάρι


 
Σήμερα θα ανοίξω έναν μικρό,
στο ύψος περίπου των ματιών μου τάφο.
Θα χέσω πάνω του, μικρά εορταστικά αξεσουάρ,
που προμηθεύτηκα από το κοντινό 
ψιλικατζίδικο της γειτονιάς μου.

...θα πνίξω τους βιαστές μας
 σε όσο αίμα μου έχει απομείνει,
από την μετάγγιση του Αυτοκράτορα Πατέρα,


κι η αγκαλιά της μάνας θα ουρλιάζει μες τη νύχτα,

το φεγγάρι ρε,
το φεγγάρι ανοίγει τα πόδια του μόνο στο φως.