Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Ε.



Δύο δακτύλιοι
σε ένα τραπέζι ανάμεσα σε σκιές που μοιάζουν με ανθρώπινες.

Ένα παιδί να τραγουδά σε ένα ηλεκτρονικό σύννεφο,
και μια προσμονή να αγγίξω
τις οργισμένες του κιθάρες.

Φωνές λυωμένων από ποδοβολητά διαδηλώσεων
σε ένα γαλαξία δακρυσμένων αντίων.

Απλώνω τις γραμμές μου να στηρίξω τις δικές σου.
Θέλω να σ αγγίξω, να τσιρίξω δυνατά
καίγοντας τα μικρόφωνα των δελτίων του θανάτου μας.

Ένα τσούρμο πιστόλια σημαδεύουν τους ήλιους μες
το δακτύλιο σώμα σου.

Κυλάω ανάμεσα στις σκιές
σκοντάφτω πάνω στα πιάτα τους
τα πλαστικά τους πηρούνια καρφώνονται στα στήθη μου.

Τρέχω να προφτάσω τους ίσκιους,
οι κύριοι τους
νωχελικά οπλίζουν και στρέφουν
στο πρόσωπο σου την κίτρινη απληστία τους

γλυστράω στα κεριά του φθυσικού πολιτισμού τους.
Ξερνάνε με μίσος πάνω σου όλο τον πόνο.

Τρέχω, απλώνω... απλώνω τα χέρια, φωνάζω, απλώνω τα μάτια
θέλω να πετάξω, να σε φτάσω...θέλω να προλάβω

πώς ένα παιδί μπορεί να κερδίσει έναν πόλεμο;
πώς ένα παιδί μπορεί να νικήσει το θάνατο;

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Ανεμώνια Αράχνη



Μαδάω ανεμώνες
σε έναν απέραντο λευκό τοίχο,
ζωγραφίζοντας πέρα από το θάνατο
χαμόγελα παιδικών τετραδίων.

Παίζω κρυφτό με τις λέξεις
σε ένα δρόμο σπαρμένο με φωτιές
αναζητώντας στο άπειρο δυο ουρανών
το χαοτικό μου βήμα προς
τον αστερισμό μιας μικρής μαύρης αράχνης.

Μου γνέφει γνέθοντας τον ιστό
ενός νέου κόσμου, μοσχολούλουδων
και κεραυνών.

Απλώνω τα πόδια μου πάνω στα δικά σου,
αναζητώντας μες τα όνειρα τη σιωπή πίσω
από το θόρυβο του πλήθους.
Παράξενος κόσμος, παράξενα συνθήματα
μα πιο παράξενο από όλα
η σφαίρα που 'χει το όνομα μου.

Ένα φεγγάρι χαμογελάει απόψε
αφήνοντας τη δακρυσμένη του δροσιά
μέσα στην αγκαλιά μας.

Θα ζήσεις κάνοντας τέχνη
από τον πόνο του ψωμιού μας.